| Η επαρχία Καλαβρύτων κατά την αρχαιότητα ήταν τμήμα της βορειοδυτικής Αρκαδίας και έφερε το όνομα Αζανία ή Αζανίς (από τον Αζανία, γιο του Αρκά και της νύμφης Ερατώς). Εκτεινόταν ανάμεσα στα Αροάνια και την Πεντέλεια, ανατολικά, τη Φολόη και τη Λαμπεία, δυτικά, τον Ερύμανθο και την Κερύνεια, βόρεια, την Τραπεχούντα και την Παρασία , νότια. Ήταν χωρισμένη σε τέσσερις αυτόνομες περιοχές: την Κυναιθέα, την Κλειτορία, την Ψωφίδα και την Θελπουσία, η οποία σήμερα ανήκει στη περιοχή των Καλαβρύτων. Η περιοχή των Καλαβρύτων στην ιστορική της διαδρομή υπήρξε πέρασμα προς όλες τις πλευρές της Πελοποννήσου και έχει ήδη κατοικηθεί από τη Νεολιθική εποχή, όπως πιστοποιούν τα ευρήματα από το Σπήλαιο των Λιμνών. Σημαντικοί παράγοντες που ευνόησαν την ανθρώπινοι εγκατάσταση στην περιοχή ήταν το πολύμορφο ανάγλυφο του εδάφους της, με τα οροπέδια, τα δάση, τις κοιλάδες, τους ποταμούς και τις μικρές λίμνες που βοηθούσαν τόσο στην ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας όσο και στο κυνήγι. Κατά την Παλαιολιθική και Μεσολιθική Εποχή (ως το 7000 π.Χ.) δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή. Ωστόσο έχουν εντοπιστεί κάποια ίχνη στις γύρω περιοχές, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ανάλογη ήταν η κατάσταση και στην επαρχία Καλαβρύτων. Τα παλιότερα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας έχουν εντοπιστεί στο Σπήλαιο των Λιμνών και αναφέρονται στην Αρχαιότερη Νεολιθική Περίοδο (μέσα 6ης χιλιετίας π.Χ.) όπως επίσης και κομμάτια πήλινων αγγείων της ίδιας χρονικής περιόδου στο Λαγοβούνι, στον Καστέλλι, στον Κάνδαλο και στο Σκεπαστό. Η ανθρώπινη παρουσία πύκνωσε κατά την Εποχή του Χαλκού (3000 – 1100 π.Χ.) με τους ανθρώπους της περιόδου εκείνης να προτιμούν αρχικά τις μικρές και διασπαρμένες στο χώρο εγκαταστάσεις, ενώ κατά τη Μέση και Ύστερη Χαλκοκρατία να επιλέγουν οχυρωμένες θέσεις. Στη Μεσοελλαδική Περίοδο χρονολογείται ο οικισμός που έχει ανασκαφεί στη θέση Μπουρή στο Κάνδαλο αλλά και όστρακα που έχουν εντοπιστεί στο Λαγοβούνι και στο Σκεπαστό. Στα τέλη της Μέσης και Ύστερης Χαλκοκρατίας τοποθετείται και η κάθοδος των Αρκάδων από το Βορρά. Ευρήματα αυτής της περιόδου έχουν εντοπιστεί στην Κλειτορία, στο Σπήλαιο των Λιμνών, στον Κάνδαλο και στη πόλη των Καλαβρύτων καθώς επίσης και οργανωμένα νεκροταφεία στο Βρυσάρι, στον Ποντιά και στο Μάνεσι. Κατά το τέλος της Μυκηναϊκής και της Γεωμετρικής Εποχής (γύρω στα 700 π.Χ.) θα πυκνώσει η κατοίκηση στην περιοχή του Χελμού και των Καλαβρύτων. Εκείνη την περίοδο έκαναν σταδιακά την εμφάνιση τους οι πόλεις που άκμασαν κατά τους Κλασσικούς και Ελληνιστικούς Χρόνους: ο Κλείτωρ, η Κύναιθα, η Ψωφίδα, οι Λουσοί, η Νωνάκρις, κα. Αρχαιότερη πόλη θεωρείται ο Κλείτωρ, ενώ αρχαιότερο θρησκευτικό κέντρο ήταν το Ιερό της Αρτέμιδος Ημέρας στους Λουσούς. Την ίδια περίοδο κατοικήθηκε και το Λεόντιο, το βορειότερο άκρο της επαρχίας Καλαβρύτων, τα ερείπια του οποίου έχουν εντοπιστεί στη θέση Καστρίτσι, απέναντι από την Άνω Βλασία. Σχεδόν στο σύνολο τους οι πόλεις αυτές άνηκαν στην Αζανία και τήρησαν ουδέτερη στάση στις περισσότερες από τις συγκρούσεις των Αρχαϊκών και Κλασσικών χρόνων. Αργότερα θα συμμετάσχουν στην Αχαϊκή Συμπολιτεία, η οποία ιδρύθηκε το 280 π.Χ. Κατά την ακμή της συμπολιτείας, τέσσερις πόλεις της Αζανίας: Κύναιθα, Κλείτωρ, Ψωφίς, Λουσοί, είχαν κόψει δικά τους νομίσματα. Σημαντικές χρονολογίες για την περιοχή είναι το 240 π.Χ., όταν ο ηγέτης της Αχαϊκής Συμπολιτείας Άρατος κατέλαβε την Κύναιθα, το 236-4 π.Χ., όταν κατέλαβε τον Κλείτορα και αργότερα τις Καφυές. Κατά το Συμμαχικό Πόλεμο μεταξύ Αιτωλών και Αχαιών (220 – 217 π.Χ.) η περιοχή της Αζανίας λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε από τους νικητές Αιτωλούς. Οι πόλεις ξαναχτίστηκαν και είχαν συνεχή παρουσία κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους. Κατά τη διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας (145 π.Χ. – 395 μ.Χ.) οι μαρτυρίες είναι φτωχές. Σύμφωνα με αυτές τα Κύναιθα διατηρούσαν το δικαίωμα κοπής νομισμάτων, τα οποία απεικόνιζαν τα σύμβολα της πόλης και τη μορφή του αυτοκράτορα, έχοντας έτσι προνόμια ελευθερίας έναντι των υπολοίπων περιοχών. Από το έργο του Παυσανία «Ελλάδος περιήγησις» έχουμε πληροφορίες για τα Κύναιθα (Καλάβρυτα), Κλείτορα και Ψωφίδα που αφορούν την Ιστορική Περίοδο |